• Αναζήτηση
  • Η πολιτιστική μας κληρονομιά

    πολιτισμός Η πολιτιστική μας κληρονομιά Ι. Μ. ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ Οι άνθρωποι που είναι ικανοί για μεγάλες δικαιολογίες δεν είναι ικανοί για μεγάλα έργα Ο κ. Ευάγγελος Βενιζέλος, καθηγητής του Πανεπιστημίου, πρωτοκλασάτο στέλεχος του ΠαΣοΚ και της κυβέρνησης Σημίτη, πρώην υπουργός Τύπου και ΜΜΕ, Μεταφορών και Επικοινωνιών, Δικαιοσύνης και νυν υπουργός Πολιτισμού, επωμίστηκε, σε μια ιδιαίτερα ευαίσθητη και

    Οι άνθρωποι που είναι ικανοί για μεγάλες δικαιολογίες δεν είναι ικανοί για μεγάλα έργα


    Ο κ. Ευάγγελος Βενιζέλος, καθηγητής του Πανεπιστημίου, πρωτοκλασάτο στέλεχος του ΠαΣοΚ και της κυβέρνησης Σημίτη, πρώην υπουργός Τύπου και ΜΜΕ, Μεταφορών και Επικοινωνιών, Δικαιοσύνης και νυν υπουργός Πολιτισμού, επωμίστηκε, σε μια ιδιαίτερα ευαίσθητη και κρίσιμη για τον τόπο περίοδο, την ευθύνη ενός υπουργείου με βαρύνουσα σημασία.


    Το παρόν και το μέλλον της ελληνικής πολιτιστικής κληρονομιάς συνδέεται άμεσα με τους χειρισμούς του υπουργείου Πολιτισμού. Ειδικά εν όψει των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 το συγκεκριμένο υπουργείο έχει κομβική σημασία για την επιτυχία του εγχειρήματος, πάνω στο οποίο τόσες προσδοκίες έχουν επενδυθεί. Μπορεί το υπουργείο και ο κ. Βενιζέλος να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων; Η μέχρι τώρα εκδίπλωση της πολιτικής του κάθε άλλο παρά πείθει ότι κινείται στα πλαίσια της συνέπειας και της αποτελεσματικότητας που επιβάλλουν οι καιροί. Καταλυτικό παράδειγμα η πορεία των μέχρι τώρα εργασιών σε έργα που προορίζονται να καθορίσουν τις εντυπώσεις των ξένων επισκεπτών για την Ελλάδα κατά τη διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων. Σημαντικότατα έργα που εξαγγέλθηκαν ως κεντρικοί άξονες πολιτιστικής πολιτικής στην Ολυμπιάδα υποφέρουν από σοβαρές καθυστερήσεις, λανθασμένες επιλογές, κατασπατάληση πολύτιμου χρόνου και χρήματος. Το Μουσείο της Ακροπόλεως, το τραμ στο κέντρο των Αθηνών και το κωπηλατοδρόμιο στην περιοχή του Μαραθώνα, και τα τρία έργα, έργα των οποίων η χωροθέτηση εγείρει από δρομολογήσεώς τους τεράστια ερωτήματα στην ελληνική κοινωνία, παρέχουν χειροπιαστές αποδείξεις για την επικίνδυνη και λανθασμένη πολιτική που δυστυχώς ακολουθεί το υπουργείο Πολιτισμού.


    * Το Μουσείο της Ακροπόλεως


    Η ανέγερση Μουσείου που θα στεγάσει, θα φυλάξει και θα προβάλει τα σπουδαία ευρήματα της περιοχής της Ακρόπολης αποτελεί όνειρο ετών για πολλούς Ελληνες και ιδέα που αποκτά έρεισμα σε ολοένα και περισσότερους πολίτες του κόσμου. Η απόφαση του υπουργείου Πολιτισμού για επίσπευση των διαδικασιών προκειμένου να ανεγερθεί το Μουσείο στα πλαίσια της ενοποίησης αρχαιολογικών χώρων και με απώτερο ορίζοντα τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004 τέθηκε ως στόχος και χαιρετίστηκε με ενθουσιασμό από όλους τους φορείς. Αλλωστε η ανέγερση του Μουσείου συνδέθηκε εξαρχής με το γενικότερο αίτημα των Ελλήνων και ξένων για την επιστροφή των Γλυπτών του Παρθενώνα στη γενέτειρά τους.


    Οι εξελίξεις των τελευταίων μηνών δημιουργούν, ωστόσο, την αίσθηση ότι και η ανέγερση του Μουσείου, όπως και άλλα έργα εποπτευόμενα από το υπουργείο Πολιτισμού, δεν αποτελεί μέσο στην υπηρεσία ενός ευγενούς σκοπού αλλά αυτοσκοπό. Και αυτό γιατί, ενώ η αρχαιολογική σκαπάνη φέρνει στο φως ενδιαφέροντα ευρήματα στην περιοχή Μακρυγιάννη – αξίζει να αναφερθεί ότι η περιοχή είναι πλούσια σε ευρήματα, όπως αποκάλυψαν προηγουμένως οι εργασίες του μετρό -, η πολιτική ηγεσία του υπουργείου παραμένει αμετακίνητη στη συγκεκριμένη χωροθέτηση, αγνοώντας επιδεικτικά τις συστάσεις, τα μνημόνια και τις μελέτες των αρχαιολόγων για τον αρχαιολογικό πλούτο του οικοπέδου Μακρυγιάννη. Επίσημος αντίλογος δεν φαίνεται να αρθρώνεται, σύμπτωμα και αυτό της επίλεκτης αρχαιολατρίας που καλλιεργείται. Από την άλλη πλευρά, παρεμβάσεις επιφανών προσωπικοτήτων της αρχαιολογικής κοινότητας υπέρ της ανέγερσης του Μουσείου στο εν λόγω σημείο, όπως η πρόσφατη τοποθέτηση του διευθυντή του Μουσείου Μπενάκη κ. Αγγελου Δεληβορριά («Η Καθημερινή», 27.10.2002), ενθαρρύνουν μεν, δυστυχώς, την αντιδημοκρατική στάση του υπουργείου, χωρίς να δίνουν δε ουσιαστική απάντηση στο «διά ταύτα»: αν και κατά πόσον η κατασκευή του Μουσείου αφανίζει σημαντικά ευρήματα ή όχι. Το επιχείρημα ότι και στο παρελθόν χάθηκαν θησαυροί της αρχαιότητας χωρίς να υπάρξουν αντιδράσεις είναι σαθρό.


    * Η κατασκευή του τραμ


    Δεύτερο χαρακτηριστικό παράδειγμα αμέλειας και λανθασμένων χειρισμών από πλευράς του κ. Βενιζέλου είναι η χάραξη πορείας του τροχιόδρομου γύρω από το μνημείο της Πύλης του Αδριανού. Κατασπατάληση δημοσίου χρήματος, καθημερινή ταλαιπωρία και κυκλοφοριακό χάος στο κέντρο των Αθηνών αλλά και ταυτόχρονα μηδενικό αποτέλεσμα ήταν η κατάληξη των χειρισμών του υπουργείου Πολιτισμού. Η ευθύνη του κ. Βενιζέλου είναι βαριά. Διότι προχώρησε σ’ αυτήν την απόφαση παρά τις έντονες αντιδράσεις τόσο της Διεύθυνσης Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων όσο και της 1ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων που είχαν διατυπώσει τις εντονότατες αντιρρήσεις τους, είχαν επισημάνει τις κραδασμικές επιπτώσεις του τραμ, υπογραμμίζοντας συγχρόνως ότι είναι βεβαία η εξεύρεση αρχαιοτήτων στην περιοχή. Ο κ. Βενιζέλος αγνόησε παντελώς τις θεμελιωμένες αντιρρήσεις των ειδικών. Τελικά το τραμ άλλαξε διαδρομή, οι τρύπες μπαλώθηκαν, οι λαμαρίνες ξηλώθηκαν. Και το φιάσκο έγινε προσπάθεια να καλυφθεί με δηλώσεις και ανταλλαγές φιλοφρονήσεων μεταξύ των υπουργών Πολιτισμού και Μεταφορών και Επικοινωνιών περί δήθεν καλής συνεργασίας, που φυσικά δεν καλύπτουν στο ελάχιστο τη ζημία, η οποία με μια πρώτη εκτίμηση θα στοιχίσει στο Δημόσιο – δηλαδή, στον φορολογούμενο – από 2 ως και 6 εκατ. ευρώ (700 εκατ. – 2 δισ. δρχ.). Η πασιφανής καταπόνηση του Μνημείου εξαιτίας της πολιτικής του «ράβε-ξήλωνε» του κ. Βενιζέλου αποτελεί μέγιστη υποκρισία και ευθυνοφοβία από την πλευρά της ηγεσίας του ΥΠΠΟ. Και, ενώ η επιπολαιότητα και η ανεπάρκεια υπονομεύουν την αληθινή αποστολή ενός υπουργείου που πρέπει να πρωτοπορεί στον σεβασμό της πολιτιστικής μας περιουσίας, η ανειλικρίνεια και η μετάθεση ευθυνών πραγματικά δυναμιτίζουν και τους διαύλους επικοινωνίας με τον έλληνα πολίτη, τους οποίους υπουργεία σαν και αυτό οφείλουν να καλλιεργούν σε υπερθετικό βαθμό. Ο κ. Βενιζέλος, αντί να κομπάζει, θα όφειλε τουλάχιστον να ζητήσει συγγνώμη από τον ελληνικό λαό. Αλλά, φευ, η ντροπή δεν συμπορεύεται με τη νοοτροπία των μελών της κυβερνήσεως Σημίτη.


    * Το κωπηλατοδρόμιο


    Ορόσημο της αδιαφορίας του υπουργείου Πολιτισμού για την ιστορικότητα και την πολιτισμική αξία των μνημείων της Αττικής, με την ευρύτερη έννοια του όρου, αποτελεί αναμφίβολα η περίπτωση του Μαραθώνα – Σχινιά. Οι εργασίες που συντελούνται εκεί για την κατασκευή του κωπηλατοδρομίου, με πρόσχημα την ιστορική και πολιτιστική αναβάθμιση του χώρου, προδίδουν την αδιαφορία του υπουργείου να εκτιμήσει επάξια μια κληρονομιά της οποίας η σπουδαιότητα ξεπερνά τα ελληνικά σύνορα και τον εφήμερο βίο κυβερνήσεων και κυβερνητικών δήθεν «εναλλακτικών αντιλήψεων» για το τι και πώς συνέβη στον Μαραθώνα, στη Σαλαμίνα ή στις Θερμοπύλες. Το υπουργείο για άλλη μια φορά αρνείται να διαχωρίσει, ως θα όφειλε, τη φυσική και ιστορική χωροταξία από τα σύγχρονα αναπτυξιακά έργα. Αυτό είναι μια συνειδητή επιλογή, όχι τυχαίο γεγονός ή προϊόν αμφιβολιών για την ιστορική διεξαγωγή της μάχης, όπως ματαίως προσπαθεί να αποδείξει ο κ. Βενιζέλος με αντιφατικές δηλώσεις, του ιδίου ή διά στόματος αρχαιολόγων μισθοδοτούμενων από το υπουργείο που διαχειρίζεται. Εφθασε ο κ. Βενιζέλος να υποστηρίζει – προκαλώντας τα ειρωνικά μειδιάματα της αρχαιολογικής κοινότητας – ότι ο χώρος όπου σήμερα ανακαλύφθηκαν οι αρχαίοι θησαυροί ήταν κατά την αρχαιότητα… θάλασσα!!!


    Ενδεικτικό της αδιαλλαξίας του είναι το γεγονός ότι ούτε τα αρχαιολογικά ευρήματα που ανακαλύφθηκαν στην περιοχή έκαμψαν τη μονοκομματική στάση του υπουργείου. Οι αποφάσεις του εξακολουθούν να εμφανίζονται ως τετελεσμένες και απαράβατες, παρά το γεγονός ότι ο ίδιος ο Βενιζέλος κατά την έναρξη των έργων βεβαίωνε δημόσια ότι θα σταματούσε τα έργα του κωπηλατοδρομίου αν εμφανίζονταν αρχαιολογικά ευρήματα στην περιοχή. Αξίζει ακόμη να σημειωθεί ότι από την αρχή είχαν προταθεί εναλλακτικά άλλοι χώροι για την κατασκευή του κωπηλατοδρομίου. Αλλά ο κ. Βενιζέλος ήταν ανένδοτος. Και όλα αυτά γίνονται για ολυμπιακό άθλημα που, σύμφωνα με τη ΔΟΕ, αναμένεται να συρρικνωθεί στις επόμενες Ολυμπιάδες («Το Βήμα», 13.10.2002). Αρα μπορούμε ίσως να θέσουμε το αφελές ερώτημα προς τι η τόση φασαρία για την κατασκευή του κωπηλατοδρομίου σε μια τόσο ακατάλληλη περιοχή, αν στο μέλλον τα κίνητρα για ειδίκευση στην κωπηλασία και στο κανό-καγιάκ θα ελαχιστοποιηθούν λόγω της μειωμένης συμμετοχής και προβολής τους μετά το 2004; Μήπως τελικά οι στόχοι του υπουργείου ήταν εξαρχής εξωπολιτιστικοί και αναπτυξιακοί;


    Επικίνδυνες πολιτικές και ανεύθυνοι χειρισμοί σε μια περίοδο που η χώρα δίνει εξετάσεις δεν επιτρέπονται. Το ΥΠΠΟ σπεύδει να εγκαινιάσει δήθεν μεγάλα έργα, έργα δίχως την απαραίτητη όπως προκύπτει εκ των υστέρων μελέτη, έργα που κοστίζουν δισεκατομμύρια, έργα που υπερβαίνουν κατά πολύ χρονοδιαγράμματα και προϋπολογισμούς. Παράδειγμα, η άμεση ανάθεση της ανάπλασης του ΟΑΚΑ από τις ελληνικές αρχές στον ισπανό αρχιτέκτονα Καλατράβα, κατ’ εξαίρεση της κοινοτικής οδηγίας που προβλέπει τη διενέργεια διαγωνισμού, γεγονός άλλωστε που έχει προκαλέσει την έρευνα των αρμοδίων οργάνων της ΕΕ. Η διαδικασία αυτή αφενός εγείρει ερωτήματα για τον τρόπο επιλογής του προσώπου και αφετέρου προκαλεί αμφιβολία για το κατά πόσον το αισθητικό αποτέλεσμα του συγκεκριμένου αρχιτέκτονα θα είναι συμβατό με την αισθητική, το μήνυμα και το «άρωμα» των Αγώνων που θα θέλει η Ελλάδα να δώσει ως διοργανώτρια χώρα.


    Στον λίγο χρόνο που απομένει μέχρι τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004 περιμένουμε να δούμε αν ο κ. Βενιζέλος είναι σε θέση να διορθώσει τα λάθη, όχι με νέα λάθη ή μέσω της απάρνησής τους, όπως συνηθίζει, αλλά με πρωτοβουλίες που θα δίνουν σημασία επιτέλους και στην ποιότητα, τόσο για την ολυμπιακή όσο και για τη μετα-ολυμπιακή ελληνική πραγματικότητα. Η μετάθεση του κέντρου βάρους από το ατομικό ή το στενό κομματικό συμφέρον στο συλλογικό δεν είναι για τον κ. Βενιζέλο εναλλακτική επιλογή. Είναι υποχρέωση. Αλλά το συστηματικό… «θάψιμο» του πολιτισμού που μας κληροδότησε η ιστορία κάτω από τον οδοστρωτήρα της ανευθυνότητας του κ. Βενιζέλου προκαλεί μια γενική αγανάκτηση.


    Ο κ. Ιωάννης Μ. Βαρβιτσιώτης είναι βουλευτής και πρόεδρος του Ινστιτούτου «Κωνσταντίνος Καραμανλής».

    Πολιτισμός