• Αναζήτηση
  • υπο-γλώσσια

    υπο-γλώσσια Πάμε πλατεία; ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΑΠΠΑΣ "Πριν από μερικά χρόνια, από την εκπομπή «Δέκα μικροί Μήτσοι» του Λάκη Λαζόπουλου είχε λανσαριστεί, και κατ'' επέκτασιν είχε μετατραπεί σε κοινότατο καλαμπούρι, η φράση «πάμε πλατεία». Εκτός από την προφανή επιδίωξή της να σατιρίσει την ταύτιση της λέξης πλατεία με την πλατεία Κολωνακίου, η συγκεκριμένη φράση παρουσίαζε ενδιαφέρον - κατά τη γνώμη μου, τουλάχιστον

    υπο-γλώσσια | tovima.gr

    «Πριν από μερικά χρόνια, από την εκπομπή «Δέκα μικροί Μήτσοι» του Λάκη Λαζόπουλου είχε λανσαριστεί, και κατ’ επέκτασιν είχε μετατραπεί σε κοινότατο καλαμπούρι, η φράση «πάμε πλατεία». Εκτός από την προφανή επιδίωξή της να σατιρίσει την ταύτιση της λέξης πλατεία με την πλατεία Κολωνακίου, η συγκεκριμένη φράση παρουσίαζε ενδιαφέρον – κατά τη γνώμη μου, τουλάχιστον – και ως επιτυχημένη αποτύπωση της τάσης να παραλείπεται το άρθρο σε ανάλογες, γεωγραφικού/τοπικού χαρακτήρα διατυπώσεις. Αν θέλει άλλωστε κανείς να διαπιστώσει την έκταση του φαινομένου, δεν έχει παρά να ακούσει τους κάθε φύλου, ηλικίας και καταγωγής τηλεθεατές και ακροατές όταν επικοινωνούν με σχετικές εκπομπές («από Θήβα τηλεφωνώ», «παίρνουμε από Αρτα», «έχουμε έρθει από Καλαμάτα για να πάρουμε μέρος στο παιχνίδι» κ.ο.κ.). Την ίδια τάση επικράτησης της συγκεκριμένης σύνταξης δείχνουν εξάλλου και αντίστοιχες φράσεις της καθημερινότητάς μας που αναφέρονται όχι μόνο στο «από πού» αλλά και στον προορισμό («αύριο πάω Λαμία», «πάμε Μύκονο το Πάσχα;» κ.ο.κ.).


    Ωρες ώρες σκέφτομαι ότι έχω πολύν καιρό να ακούσω κάποιον να λέει «αύριο πάω στη Λαμία» ή «τηλεφωνώ από την Αρτα». Εν ολίγοις, το άρθρο τείνει πια να εξαφανιστεί/εξοβελιστεί σε όλες τις σχετικές με τον τόπο προέλευσης ή προορισμού φράσεις, όπως παλαιόθεν (δικαιολογημένα σ’ εκείνη την περίπτωση) συνέβαινε σε φράσεις του τύπου «πάμε σινεμά;», οι οποίες βέβαια εννοούσαν να βγούμε μαζί για να πάμε στον κινηματογράφο, και όχι να πάμε συγκεκριμένα στον κινηματογράφο α ή στο έργο β.


    Ακουσα λοιπόν μια μέρα από (τις κάθε άλλο παρά σπάνιες) εκείνες οπότε «επικρατεί κυκλοφοριακό χάος» ή «η πρωτεύουσα έχει υποστεί κυκλοφοριακό έμφραγμα», σύμφωνα με τις γνωστές διατυπώσεις-κλισέ, μια αγανακτισμένη συμπολίτισσα να λέει ότι «ήταν εκεί ένας τροχονόμος, που μας έβγαλε Συγγρού». Θα μου πείτε, αν έλεγε «που μας έβγαλε στη Συγγρού», θα άλλαζε τίποτε ως προς τους πονηρούς συνειρμούς τους οποίους έτσι κι αλλιώς γεννάει η συγκεκριμένη φράση; Δεν ξέρω, ίσως. Οπως και να το κάνουμε πάντως, θα επρόκειτο τουλάχιστον για λίγο πιο σωστά ελληνικά.


    Να όμως που η άτιμη η γλώσσα είναι πολύ πιο πολύπλοκο και πολυσύνθετο φαινόμενο απ’ ό,τι συχνά νομίζουμε, γι’ αυτό και δεν μπαίνει εύκολα σε «κουτάκια». Ετσι, σε ό,τι αφορά τα κύρια ονόματα, η αντίστοιχη τάση «μαγκιάς» και «άνεσης» εκφράζεται με τον ακριβώς αντίθετο τρόπο: προσθέτοντας δηλαδή το άρθρο εκεί όπου δεν χρειάζεται.


    Αντί λοιπόν για τα πολύ απλά όσο και επαρκή ο Νίκος Χριστοδουλάκης, ο Βαγγέλης Μεϊμαράκης, ο Νίκος Αναστόπουλος, ο Μίμης Δομάζος, ο Παντελής Βούλγαρης, ο Νίκος Κούρκουλος κ.ο.κ., έχουμε διατυπώσεις του τύπου, «όπως είπε και ο Νίκος ο Χριστοδουλάκης», «ο Νίκος ο Κούρκουλος κάνει καλή δουλειά στο Εθνικό» κ.λπ. Εχω, μάλιστα, την αίσθηση ότι αυτό το αθώο(;) άρθρο δεν προστίθεται τυχαία, αλλά για να προσδώσει στον λέγοντα/γράφοντα κύρος, μια και εμμέσως τον εμφανίζει να διατηρεί σχέσεις μεγαλύτερης ή μικρότερης οικειότητας με το αντίστοιχο δημόσιο πρόσωπο – έστω και αν δεν έχει ανταλλάξει ποτέ κουβέντα μαζί του. Με άλλα λόγια, αν εγώ πω «ο Κώστας ο Λαλιώτης» σημαίνει ότι τον ξέρω και ιδιωτικά («λέμε και δυο κουβέντες, βρε αδερφέ»), ενώ αν πω «ο Κώστας Λαλιώτης»» σημαίνει ότι τον ξέρω απλώς ως δημόσιο πρόσωπο, όπως τον ξέρουν και όλοι οι πολίτες.


    Αν πάντως για το εμβόλιμο άρθρο δεν ισχύει αυτή η ερμηνεία (της οικειότητας ή ψευδοοικειότητας), η μόνη άλλη περίπτωση που παραδοσιακά το προσέθεταν ήταν πριν από τις ιδιότητες και τα προσωνύμια προσώπων που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν επιφανή ή διαβόητα, είτε με την καλύτερη έννοια του όρου (ο Κωνσταντίνος ο Πορφυρογέννητος, ο Ριχάρδος ο Λεοντόκαρδος, ακόμη και ο μπαρμπα-Γιάννης ο κανατάς), είτε με τη χειρότερη (ο Γιάννης ο φονιάς, παιδί μιας Πατρινιάς…, ο Τζακ ο αντεροβγάλτης κ.ο.κ.).»


    Ο Ανδρέας Παππάς είναι επιμελητής εκδόσεων και μεταφραστής. Διδάσκει στο Ευρωπαϊκό Κέντρο Μετάφρασης (ΕΚΕΜΕΛ). Οι αναγνώστες μπορούν να στέλνουν τις παρατηρήσεις τους, τις επισημάνσεις τους ή τις διαφωνίες τους στην ηλεκτρονική θυρίδα achpappas@hotmail.com

    Βιβλία