• Αναζήτηση
  • Είκοσι γραπτές μαρτυρίες Ελλήνων Εβραίων για τα στρατόπεδα, συγκεντρωμένες και σχολιασμένες από γερμανίδα νεοελληνίστρια

    Το βάρος του βιώματος

    καταγραφές Το βάρος του βιώματος Είκοσι γραπτές μαρτυρίες Ελλήνων Εβραίων για τα στρατόπεδα, συγκεντρωμένες και σχολιασμένες από γερμανίδα νεοελληνίστρια ΣΠΥΡΟΣ ΜΟΣΚΟΒΟΥ Στις 7 Οκτωβρίου του 1944 στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Αουσβιτς οι απελπισμένοι εξεγέρθηκαν. Σε μια στιγμή όπου πλήθαιναν οι πληροφορίες για τις γερμανικές απώλειες στον πόλεμο, το «ειδικό απόσπασμα», οι έγκλειστοι δηλαδή που είχαν

    Στις 7 Οκτωβρίου του 1944 στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Αουσβιτς οι απελπισμένοι εξεγέρθηκαν. Σε μια στιγμή όπου πλήθαιναν οι πληροφορίες για τις γερμανικές απώλειες στον πόλεμο, το «ειδικό απόσπασμα», οι έγκλειστοι δηλαδή που είχαν επιφορτιστεί με την προώθηση των πτωμάτων από τους θαλάμους αερίων στα κρεματόρια για καύση, ανάμεσά τους σημειωτέον ήταν και δεκάδες Ισραηλίτες από την Ελλάδα, στασίασαν ξέροντας ότι σε περίπτωση επικείμενης οριστικής γερμανικής ήττας οι ίδιοι θα εξοντώνονταν πρώτοι, αφού ήταν οι κατεξοχήν μάρτυρες του Ολοκαυτώματος. Δεκαετίες αργότερα μια ομάδα αμερικανών ιστορικών και ψυχολόγων παρακολουθούσε σε βίντεο τη μαρτυρία μιας επιζώσης για τα καθέκαστα εκείνης της εξέγερσης. Διηγούνταν λοιπόν ότι είχε δει τέσσερις καμινάδες των κρεματορίων να τυλίγονται στις φλόγες. Επειδή όμως είναι αδιάσειστα πιστοποιημένο ότι την ημέρα εκείνη του 1944 στις φλόγες τυλίχθηκε μία και μόνη καπνοδόχος, οι ιστορικοί απέρριψαν το βίντεο ως ανακριβές και άρα ακατάλληλο για την ιστορική έρευνα-ντοκουμέντο. Οι ψυχολόγοι είχαν διαφορετική άποψη. Βεβαίως και η μαρτυρία της επιζώσης ήταν ακριβέστατη, όχι ως αριθμητική καταγραφή, αλλά ως βίωμα. H μάρτυρας δεν μετρούσε καπνοδόχους, έβλεπε ανέλπιστα να καταρρέει γύρω της ολόκληρο το σύστημα εγκλεισμού και εξόντωσης του Αουσβιτς. Και από αυτή την άποψη το ένα μπορεί να γίνει κάλλιστα τέσσερα σαν φανταστική επίταση του απρόσμενου.


    Σε ένα παγούρι


    Με αυτή τη μέθοδο, με την εξέταση δηλαδή του βιωματικού πυρήνα και των συμφραζομένων του, προσεγγίζει είκοσι γραπτές μαρτυρίες Ελλήνων Εβραίων για το Ολοκαύτωμα η γερμανίδα νεοελληνίστρια Τούλια Σαντίν στη διδακτορική της διατριβή που μόλις δημοσιεύθηκε. Το πρώτο χρονολογικά κείμενο που εξετάζει είναι η περίφημη καταγγελία των ναζιστικών εγκλημάτων του Θεσσαλονικιού Μαρσέλ Νατζαρή, ο οποίος βρέθηκε τυχαία μόλις το 1980 στο Αουσβιτς από κάποιον εργάτη που ξεχορτάριαζε το πρώην στρατόπεδο. H επιστολή αυτή ενός μελλοθανάτου, που σημειωτέον τελικά επέζησε και κατέθεσε αργότερα την εμπειρία του σε ένα ευρύτερο αυτοβιογραφικό χρονικό, βρέθηκε θαμμένη στο χώμα, μέσα σε ένα παγούρι κρυμμένο μέσα σε μια δερμάτινη τσάντα. H τελευταία χρονολογικά μαρτυρία είναι οι αναμνήσεις του Χαλκιδιώτη Αβραάμ Καταλάν, που γράφτηκαν μόλις το 1999. H συστηματική τους έρευνα τώρα από τη Σαντίν επιβεβαιώνει μια παλιότερη παρατήρηση (1958) του ιταλοεβραίου επιζώντος του Αουσβιτς Πρίμο Λέβι ότι οι Ελληνες Εβραίοι είχαν ισχυρή εθνική ταυτότητα, γεγονός που διευκόλυνε τη διατήρηση της ψυχικής ισορροπίας μέσα στις συνθήκες των στρατοπέδων συγκέντρωσης. Είναι αυτονόητο ότι τα είκοσι αυτά ντοκουμέντα διαφέρουν μεταξύ τους ως προς την έκταση, το ύφος, τη χροιά των προθέσεων και κυρίως ως προς τη χρονολογική απόσταση από τα συγκλονιστικά γεγονότα που αφηγούνται. Και τα είκοσι όμως, όπως και μερικά ακόμη μικρότερης έκτασης δημοσιευμένα σε εφημερίδες και περιοδικά που παρέλειψε η συγγραφέας, συνιστούν τις λιγοστές και ανεπανάληπτες ανθρώπινες φωνές που διηγούνται η κάθε μια με τον τρόπο της ένα και μοναδικό δράμα: τον εκτοπισμό και την εξόντωση 59.000 Ελλήνων Εβραίων.


    Φυσικά η συστηματική εξόντωση των Ελλήνων Εβραίων δεν είναι μόνο ένα βιωματικό, αλλά και ένα όχι ευκαταφρόνητο ιστορικό κεφάλαιο, παραμελημένο στην Ελλάδα τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες. Πρωτοποριακό από αυτή την άποψη υπήρξε το βιβλίο του Πολυχρόνη Ενεπεκίδη Το Ολοκαύτωμα των Εβραίων της Ελλάδος, βασισμένο σε ελληνικά και γερμανικά αρχεία, το οποίο δημοσιεύθηκε σε πρώτη έκδοση το 1969 και παραδόξως δεν λαμβάνει καθόλου υπόψη η Τούλια Σαντίν. Την τελευταία δεκαπενταετία ωστόσο παρατηρείται μια άνθηση της σχετικής βιβλιογραφίας με την έκδοση αυτοβιογραφικών χρονικών επιζώντων, λογοτεχνικών έργων άνισου ποιοτικού επιπέδου, εγγράφων του υπουργείου Εξωτερικών και επιστημονικών μελετών με κορυφαίες τις συμβολές της Φραγκίσκης Αμπατζοπούλου και του καθηγητή Χάγκεν Φλάισερ. Σχετική άνθηση της βιβλιογραφίας για το συγκεκριμένο ζήτημα σημαίνει από την άλλη πλευρά ότι υπάρχει και το ανάλογο ενδιαφέρον του κοινού, πόσο μάλλον σε μια εποχή που επιμένει και δίνει βαρύτητα στη μοίρα των διαφόρων μειονοτήτων. H μοίρα της εβραϊκής μειονότητας στην ελληνική κοινωνία γνώρισε πολλές διακυμάνσεις. Το πολυπληθές εβραϊκό στοιχείο της Θεσσαλονίκης, για παράδειγμα, αντιμετωπιζόταν για πολλά χρόνια τουλάχιστον με καχυποψία, αφού δεν ήταν δυνατόν να λησμονηθούν γρήγορα οι καλές σχέσεις της ηγεσίας του επί τουρκοκρατίας με την Υψηλή Πύλη. Οι γερμανικές αρχές κατοχής ήξεραν να εκμεταλλεύονται αυτές τις υπόγειες εντάσεις. Και όταν απέσπασαν εκβιαστικά από την ισραηλιτική κοινότητα την κυριότητα του παλιού εβραϊκού νεκροταφείου, έβαλαν έλληνες εργάτες να το ισοπεδώσουν και το παραχώρησαν στον Δήμο Θεσσαλονίκης. Και αυτός έκρινε ότι εκεί έπρεπε να ανεγερθεί το πανεπιστήμιο. Ούτως ή άλλως η απελευθέρωση βρήκε την εβραϊκή κοινότητα αποδεκατισμένη.


    Διπλά θύματα


    Ειδικά κεφάλαια στις σχέσεις ορθόδοξων και εβραίων Ελλήνων αφιερώνει στο βιβλίο της και η Τούλια Σαντίν. Το πρόβλημα που καλείται να ερμηνεύσει είναι πώς συμβιβάζονται οι όποιες αντισημιτικές διαθέσεις του ελληνικού λαού που παρατηρούνται και εκδηλώνονται σε διάφορες ιστορικές φάσεις με τις πάμπολλες εκδηλώσεις αλληλεγγύης προς τους διωκόμενους Εβραίους τον καιρό της Κατοχής. Προτού απαντήσει οριστικά εξαντλεί όλη την αναμφισβήτητη ψυχολογική επιδεξιότητά της για να αποδείξει ότι οι διωκόμενοι Εβραίοι υπήρξαν διπλά θύματα, θύματα του ναζιστικού παραλογισμού και την ίδια στιγμή θύματα του ελληνικού αντισημιτισμού. Γράφοντας για τους Εβραίους, οι οποίοι έβρισκαν καταφύγιο στους κόλπους ελληνικών οικογενειών, επισημαίνει ότι έτσι σώζονταν, αλλά ήταν ταυτόχρονα εξαρτημένοι από το έλεος των ευεργετών τους! Υποστηρίζει ότι οι συχνές αναφορές των επιζώντων στις εκδηλώσεις αλληλεγγύης των Ελλήνων προδίδουν ακριβώς την ανακούφιση και την έκπληξή τους, επειδή αυτές προέρχονταν αναπάντεχα από ένα σαφώς αντισημιτικό περίγυρο. Και δεν παραλείπει να υπομνηματίσει τις συχνές αναφορές των επιζώντων στην ελληνικότητά τους με το ότι τελικά οι Εβραίοι επικαλούνται τόσο μεγαλόφωνα την ελληνική πατρίδα τους, επειδή έτσι δημιουργούν και κάποια δικαιώματα σε αυτή την πατρίδα που οι ορθόδοξοι Ελληνες τούς αρνούνταν. Και παρ’ όλα αυτά το τελικό συμπέρασμα της γερμανίδας ερευνήτριας είναι το ακόλουθο: «Οι ορθόδοξοι Ελληνες και οι Ελληνίδες βοήθησαν τους εβραίους συνανθρώπους τους παρά τον αντισημιτισμό τους, επειδή η ανθρωπιά τους νίκησε τις αναμφισβήτητες προκαταλήψεις τους. Βοήθησαν, παρά το ότι ήταν εχθρικά διατεθειμένοι απέναντι στους διωκόμενους».


    H εντύπωση που αποκομίζει ο αναγνώστης είναι ότι η συγγραφέας περισσότερο σύρεται από τα πράγματα σε αυτό το συμπέρασμα παρά ότι καταλήγει σε αυτό αβίαστα. Ετσι εξηγείται και το ότι αναφέρει παρατακτικά, χωρίς να συνειδητοποιεί καν ότι αντίκειται στο δικό της τελικό πόρισμα, μια άποψη της εβραίας φιλοσόφου Χάνα Αρεντ, διατυπωμένη στο βιβλίο της Ο Αϊχμαν στην Ιερουσαλήμ. Μια έκθεση για την κοινοτοπία του κακού (1964), σύμφωνα με την οποία ο ελληνικός λαός ήταν στην, καλύτερη περίπτωση, αδιάφορος μπροστά στο δράμα των Εβραίων. Αλλοι γερμανοί μελετητές (Φλάισερ) αντίθετα έχουν απορρίψει την άποψη αυτή της Αρεντ, επειδή στηριζόταν σε ανακριβή και επιπόλαιη πληροφόρηση. Οι επισημάνσεις μας αυτές δεν υπαινίσσονται, προς Θεού, ότι η φιλότιμη νεοελληνίστρια Τούλια Σαντίν διακατέχεται από «ανθελληνικές» τάσεις. Το βιβλίο της είναι εξαιρετικά χρήσιμο, αν λάβει κανείς υπόψη την πενία της γερμανικής βιβλιογραφίας συνολικά για την περίοδο της γερμανικής κατοχής στην Ελλάδα. Από την άλλη όμως δεν μας διαφεύγουν κάποιες ειδικές γερμανικές δυσκολίες στον χειρισμό του επώδυνου ζητήματος του Ολοκαυτώματος. Νεαροί κυρίως ερευνητές διακατέχονται μερικές φορές από υπερβάλλοντα ζήλο και άσβεστη δίψα για τη συμβολική έστω και ανομολόγητη αποκατάσταση ενός προπατορικού αμαρτήματος. Και τότε είναι άτεγκτοι και απόλυτοι θεραπεύοντας το καλό. Αλλά για την ιστορική έρευνα δεν είναι η καλύτερη συνταγή να ζητείς αναδρομικά από άλλους αυτά που στην ουσία ζητείς μάταια πια από τις γενιές των δικών σου πατέρων και παππούδων.


    Ο κ. Σπύρος Μοσκόβου είναι διευθυντής του Ελληνικού Προγράμματος στην Deutsche Welle.

    Βιβλία