• Αναζήτηση
  • H ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΤΟΝ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟ

    Από τον Ψυχρό Πόλεμο στην τρομοκρατία

    H ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΤΟΝ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟ Από τον Ψυχρό Πόλεμο στην τρομοκρατία * Το άγνωστο παρασκήνιο: Οι αγώνες που δεν έγιναν, οι εργατικές και οι γυναικείες Ολυμπιάδες, η εκμετάλλευση του αθλητικού θεάματος από το ναζιστικό καθεστώς ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΚΟΥΛΟΥΡΗ Λίγες ημέρες πριν από τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας, οι πολιτικές σημασίες και οι πολιτικές λειτουργίες των Αγώνων είναι προφανείς ακόμη και στους μη ειδικούς.

    Λίγες ημέρες πριν από τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας, οι πολιτικές σημασίες και οι πολιτικές λειτουργίες των Αγώνων είναι προφανείς ακόμη και στους μη ειδικούς. H εμπλοκή των Αγώνων στην αντιπαράθεση τρομοκρατίας – αντιτρομοκρατίας, η οποία αντανακλά ακριβώς τις εντάσεις στις διεθνείς σχέσεις, με τον ίδιο τρόπο που τις αντανακλούσαν τα μποϊκοτάζ του Ψυχρού Πολέμου, είναι η πιο εύγλωττη απόδειξη των σχέσεων Ολυμπιακών Αγώνων και πολιτικής. Αλλά και η ενσωμάτωση της ολυμπιακής διοργάνωσης στις εσωτερικές πολιτικές αντιπαραθέσεις απεικονίζει μία ακόμη όψη της προφανούς αυτής σχέσης. Στο παρόν αφιέρωμα θίγονται όψεις της σύνδεσης ολυμπισμού και πολιτικής λιγότερο γνωστές, όπως οι Ολυμπιάδες που δεν έγιναν, οι εργατικές και οι γυναικείες Ολυμπιάδες, η προπαγανδιστική χρήση του ολυμπιακού θεάματος από το ναζιστικό καθεστώς, η ψυχροπολεμική αντιπαράθεση, η τρομοκρατική απειλή, η σύνδεση της ελληνικής πολιτικής με το ολυμπιακό κίνημα.


    Οι τρόποι με τους οποίους το ολυμπιακό κίνημα και οι Ολυμπιακοί Αγώνες συνδέθηκαν με την πολιτική από την εποχή της αναβίωσης των Αγώνων τον 19ο αιώνα ως σήμερα είναι ποικίλοι. Σε μεγάλο βαθμό πάντως διαψεύδουν την προγραμματική στόχευση του ολυμπισμού για απολιτικό και φιλειρηνικό διεθνισμό. Είναι προφανές ότι ο παγκόσμιος θεσμός των Ολυμπιακών Αγώνων δεν θα μπορούσε να μείνει ανεπηρέαστος και αμόλυντος από τις εθνικιστικές συγκρούσεις και τις μείζονες πολεμικές συρράξεις του 20ού αιώνα. Αντίθετα μάλιστα, οι Ολυμπιακοί Αγώνες συνοψίζουν ακριβώς τις πολιτικές, οικονομικές και πολιτισμικές εξελίξεις του αιώνα που πέρασε.


    * Σπορ και κοινωνία


    H πρώτη σύνδεση σπορ και πολιτικής έγινε ήδη από τον 19ο αιώνα, μέσα από τις εκπαιδευτικές λειτουργίες που αποδόθηκαν πρώτον στη σωματική άσκηση και δεύτερον στο ολυμπιακό κίνημα.


    Το ανταγωνιστικό μοντέλο των σπορ το οποίο ενσαρκώνει τις δημοκρατικές αξίες της ισότητας και της αξιοκρατίας χρησιμοποιήθηκε συστηματικά στα αγγλικά κολέγια για την εκπαίδευση της βρετανικής αστικής ελίτ. Τα βρετανικά σπορ θεωρήθηκαν – και από τον Κουμπερτέν – ως το προσφορότερο μέσο πολιτικής κοινωνικοποίησης. Ταυτόχρονα, η γυμναστική, σύμφωνα με το γερμανικό πρότυπο, προετοίμαζε τις νέες γενιές για την υπεράσπιση των πατρίδων. Με πρώτιστο εκπεφρασμένο στόχο τη διαμόρφωση των μελλοντικών όχι μόνο πολιτών αλλά και στρατιωτών, η σωματική αγωγή συνδέθηκε στενά με τα εθνικιστικά κινήματα του 19ου αιώνα. Ο A´ Παγκόσμιος Πόλεμος έφερε στα πεδία των μαχών τους αθλητές της πατρίδας.


    Σαφή πολιτικό ρόλο ανέλαβε και ο ολυμπισμός ως μεταρρυθμιστικό κίνημα που στόχευε σε κοινωνικές αλλαγές μέσω της φυσικής αγωγής και των αθλητικών αγώνων. Ως προς τους πολιτικούς του στόχους, ο ολυμπισμός συνάντησε άλλους ιδεαλιστικούς διεθνισμούς του τέλους του 19ου αιώνα και κυρίως το φιλειρηνικό κίνημα. Το 1918 ο Coubertin προσδιόρισε ότι ρόλος του ολυμπισμού είναι «να διατηρήσει και να μεταδώσει την κοινωνική ειρήνη». Ο ολυμπισμός προβλήθηκε πράγματι ως κίνημα διεθνικό, πολιτικά ουδέτερο, που είχε στόχο την προώθηση της διεθνούς ειρήνης, ιδίως μετά τον A´ Παγκόσμιο Πόλεμο. Στο πλαίσιο του ολυμπιακού κινήματος ωστόσο η ειρήνη προωθείται μέσω του «φωτισμένου πατριωτισμού» και όχι μέσω του «ουτοπικού και επιφανειακού κοσμοπολιτισμού», ενώ η αγάπη για την πατρίδα ισορροπεί με την αγάπη για την ανθρωπότητα.


    Στην τελευταία έκδοση του Ολυμπιακού Χάρτη (Ιούλιος 2003) ορίζεται ότι «σκοπός του ολυμπιακού κινήματος είναι να συμβάλει στην οικοδόμηση ενός ειρηνικού και καλύτερου κόσμου εκπαιδεύοντας τους νέους μέσω του αθλητισμού που ασκείται χωρίς κανενός είδους διακρίσεις». H ιστορία των Ολυμπιακών Αγώνων έχει δείξει τα όρια αυτών των διακηρύξεων. Για παράδειγμα, το 1939, οι χειμερινοί Ολυμπιακοί Αγώνες δόθηκαν από τη Διεθνή Ολυμπιακή Επιτροπή (ΔΟΕ) στη Γερμανία, παρ’ όλο που ο Χίτλερ είχε ήδη παραβιάσει τη συμφωνία του Μονάχου και είχε καταλάβει ολόκληρη την Τσεχοσλοβακία. Βεβαίως, παράλληλα, έχει φανεί ότι ο ολυμπισμός μπορεί να εμπνεύσει και πράξεις ανοχής και συμφιλίωσης. Το 1992, στη διάρκεια της γιουγκοσλαβικής κρίσης, η ΔΟΕ πρότεινε τη συμμετοχή στη Βαρκελώνη αθλητών από τη Σερβία σε ατομική βάση και με ουδέτερη σημαία. Και στο Σίδνεϊ το 2000, οι αντιπροσωπείες της Βόρειας και της Νότιας Κορέας παρήλασαν μαζί, με κοινή σημαία.


    * Γυναίκες και μαύροι


    Παρά λοιπόν τις καταστατικές διακηρύξεις του ολυμπισμού, οι διακρίσεις που χαρακτήριζαν τις δυτικές κοινωνίες του 20ού αιώνα μεταφράστηκαν σε αποκλεισμούς αφενός από τους Ολυμπιακούς Αγώνες (δικαίωμα συμμετοχής) και αφετέρου από τη διεύθυνση του ολυμπιακού κινήματος (μέλη της ΔΟΕ). Πολλοί ερευνητές έχουν μάλιστα αναλύσει τον ρόλο που έχουν παίξει τα σπορ στην κατασκευή μιας σειράς κοινωνικών ανισοτήτων.


    H πρώτη κοινωνική ομάδα της οποίας η συμμετοχή στους Ολυμπιακούς Αγώνες υπήρξε προϊόν διεκδίκησης και σταδιακής κατάκτησης ήταν οι γυναίκες. Για λόγους που συνδέονταν με τις κυρίαρχες αντιλήψεις σχετικά με τον κοινωνικό ρόλο της γυναίκας και εξαιτίας της στενής σύνδεσης σπορ και ανδρισμού, τα αθλήματα τα οποία η ΔΟΕ όρισε στις αρχές του 20ού αιώνα ως ολυμπιακά για τις γυναίκες ήταν περιορισμένα, ενώ σθεναρή υπήρξε εξαρχής η άρνηση του Κουμπερτέν για ισότιμη γυναικεία συμμετοχή στους Ολυμπιακούς Αγώνες. Το 1914 ωστόσο, δέκα μόλις εβδομάδες πριν από την έναρξη του A´ Παγκοσμίου Πολέμου, η ΔΟΕ αποφάσισε – παρά την αντίδραση του Κουμπερτέν – στην ετήσια σύνοδό της στο Παρίσι, τα γυναικεία μετάλλια στους Ολυμπιακούς Αγώνες να έχουν το ίδιο βάρος με εκείνα των ανδρών. H συμβολική αυτή εξίσωση των γυναικείων με τα ανδρικά άθλα δεν είχε αντίκρισμα στα ολυμπιακά αγωνίσματα, όπου το 1920 η γυναικεία συμμετοχή ανερχόταν μόλις στο 2,06% ενώ ακόμη και το 2000 εξακολουθούσε να μην είναι ισότιμη με την ανδρική (38,2%).


    Οι φυλετικές διακρίσεις υπήρξαν ένα άλλο στοιχείο της ολυμπιακής ιστορίας. Δύο παραδείγματα είναι εξαιρετικά αποκαλυπτικά: το πρώτο αφορά το κίνημα των μαύρων στις ΗΠΑ και το δεύτερο το απαρτχάιντ της N. Αφρικής.


    Οι διακρίσεις που εφαρμόζονταν εναντίον των μαύρων αθλητών στις ΗΠΑ – παρά τον μύθο του Τζέσε Οουενς – κατέληξαν σε πράξεις διαμαρτυρίας κατά την περίοδο της ανόδου του κινήματος των μαύρων. Στους Αγώνες του Μεξικού το 1968, οι δύο πρώτοι νικητές των 200 μ., μαύροι Αμερικανοί, προέβησαν σε μια πρωτοφανή για τα ολυμπιακά δεδομένα πράξη: την ώρα της απονομής των μεταλλίων και της ανάκρουσης του εθνικού ύμνου των ΗΠΑ, για να μη χαιρετίσουν τη σημαία, χαμήλωσαν το κεφάλι, υψώνοντας ταυτόχρονα τη γαντοφορεμένη γροθιά τους, σύμβολο της Μαύρης Δύναμης. Δύο ημέρες αργότερα, οι τρεις μαύροι νικητές των 400 μ. θα κρατήσουν επίσης το μαύρο μπερέ και θα υψώσουν τις γροθιές τους κατά την τελετή βράβευσης. H κίνηση αυτή είχε μεγάλη απήχηση λόγω της παγκόσμιας αναμετάδοσής της μέσω της τηλεόρασης.


    H N. Αφρική μετείχε τους Ολυμπιακούς Αγώνες με αποκλειστικά λευκές ομάδες παραβιάζοντας την ηθική των ολυμπιακών νόμων. Εξαιτίας των συνεχών αντιδράσεων κυρίως εκ μέρους άλλων αφρικανικών χωρών, αποκλείστηκε εν τέλει από τους Ολυμπιακούς Αγώνες από το 1970 ως το 1992. H κορύφωση των αντιδράσεων κατά του νοτιοαφρικανικού καθεστώτος εντοπίστηκε το 1976 στο Μόντρεαλ, όταν 35 αφρικανικές χώρες απείχαν ακριβώς για να καταγγείλουν το απαρτχάιντ.


    * H «αθλητική διπλωματία»


    H περίπτωση της N. Αφρικής δείχνει ότι οι Ολυμπιακοί Αγώνες χρησιμοποιήθηκαν αρκετές φορές ως πεδίο για την εκδήλωση πολιτικής διαμαρτυρίας αλλά και επιβολής κυρώσεων προς χώρες. Χρησιμοποιήθηκαν επίσης για την ενίσχυση του εθνικού γοήτρου – μέσω του αριθμού των ολυμπιακών νικών ή της προπαγανδιστικής χρήσης του ολυμπιακού θεάματος. Πρόκειται για διαφορετικές εκδοχές αυτού που ονομάστηκε «αθλητική διπλωματία».


    Παρά τη διεθνιστική και φιλειρηνική φιλοσοφία του ολυμπισμού, η πρώτη συνέπεια της διεθνοποίησης των Ολυμπιακών Αγώνων υπήρξε η στενή σύνδεση του αθλητισμού με τον εθνικισμό. Οι Ολυμπιακοί Αγώνες έγιναν από τη στιγμή της αναβίωσής τους ένα επιπλέον πεδίο εθνικής αντιπαράθεσης, έστω και συμβολικής. Στον ολυμπιακό στίβο ο εθνικός ανταγωνισμός χρησιμοποίησε μια κοινή διεθνή γλώσσα, εκείνη της ποσοτικής μέτρησης των επιδόσεων και του αριθμού των μεταλλίων. Με βάση αυτό το κριτήριο επιβεβαιωνόταν η διεθνής ισχύς ενός έθνους. Ιδιαίτερα κατά την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου, χώρες του ανατολικού μπλοκ – κυρίως η Σοβιετική Ενωση και η Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας – ενίσχυσαν τα ολυμπιακά αθλήματα ώστε να κερδίζουν τα πρωτεία στους Ολυμπιακούς Αγώνες. Οι νίκες αυτές είχαν μεγάλη συμβολική ισχύ στο εσωτερικό της κάθε χώρας, αλλά και διεθνώς, ως νίκες του κομμουνιστικού κόσμου έναντι του καπιταλιστικού. Αποτέλεσμα αυτής της αθλητικής πολιτικής ήταν, στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Μόντρεαλ το 1976, οι ΗΠΑ να τοποθετηθούν στην τρίτη θέση πίσω από τη Σοβιετική Ενωση και τη «μικροσκοπική» Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας.


    Τα ολυμπιακά μετάλλια αποτελούσαν λοιπόν – και αποτελούν – δείκτη εθνικού κύρους και γοήτρου. H Αφρική, την εποχή της αποαποικιοποίησης, αναζητούσε τη νομιμοποίησή της μέσω της κατάκτησης του ολυμπισμού. Στην Ολυμπιάδα της Ρώμης φτιάχνεται μάλιστα ο «θεμέλιος μύθος» με τη νίκη του Αιθίοπα Αμπέμπε Μπικίλα στον μαραθώνιο. Αλλά και η Ελλάδα πίστεψε το 1896 ότι μπορούσε να χρησιμοποιήσει την επιτυχή διοργάνωση των πρώτων Αγώνων για την ενίσχυση της εικόνας της στη Δυτική Ευρώπη και για να αποκομίσει πιθανώς οφέλη στη διευθέτηση του Ανατολικού Ζητήματος. Ακραία – αλλά και δεξιοτεχνική – προπαγανδιστική χρήση των Ολυμπιακών Αγώνων έγινε, τέλος, από το ναζιστικό καθεστώς το 1936.


    Πλήγμα στο κύρος μιας χώρας μπορεί να είναι ο αποκλεισμός της από τους Ολυμπιακούς Αγώνες, ένας αποκλεισμός που συνήθως λαμβάνει τη μορφή της «τιμωρίας». Χαρακτηριστικότερη είναι η περίπτωση της Γερμανίας που αποκλείστηκε μετά τους Παγκοσμίους Πολέμους και δεν μετείχε στους Αγώνες του 1920, του 1924 και του 1948. Στο ίδιο πλαίσιο εξάλλου θα πρέπει να εγγράψουμε και την απόφαση 30 χωρών για μποϊκοτάζ των Ολυμπιακών Αγώνων της Μόσχας ως διαμαρτυρία κατά της σοβιετικής εισβολής στο Αφγανιστάν (1979), ενώ τα «αντίποινα» της Σοβιετικής Ενωσης, της Κούβας και άλλων 14 χωρών του κομμουνιστικού μπλοκ (εκτός από τη Ρουμανία και τη Γιουγκοσλαβία) στους επόμενους Αγώνες του Λος Αντζελες επιβεβαίωσαν την ίδια ψυχροπολεμική αντιπαράθεση.


    H ανάληψη της διοργάνωσης των Αγώνων από μια χώρα έχει επίσης μια συμβολική σημασία – ανεξάρτητα από το τελικό αποτέλεσμα – στο επίπεδο των διεθνών σχέσεων. H απόφαση, για παράδειγμα, τους Αγώνες του 2008 να τους αναλάβει η Κίνα, παρά τις έντονες διαμαρτυρίες για τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη χώρα αυτή, απεικονίζει ακριβώς την αλλαγή στη διεθνή θέση της Κίνας και έχει προφανείς διπλωματικές διαστάσεις.


    Την τελευταία δεκαετία, η ΔΟΕ επαναδραστηριοποίησε τη φιλειρηνική διάσταση του ολυμπιακού κινήματος μέσω της συνεργασίας με τον ΟΗΕ και την πρόταση για την Ολυμπιακή Εκεχειρία. Το 1994 ανακηρύχτηκε από τον ΟΗΕ Διεθνές Ετος του Αθλητισμού και του Ολυμπιακού Ιδεώδους. Ωστόσο, η διασπορά του φόβου για έναν πόλεμο χωρίς συγκεκριμένη τοπικότητα, την τρομοκρατία, υπονομεύει την ίδια την ουσία της ειρήνης. Ο τριπλασιασμός (σε σχέση με το Σίδνεϊ) του προϋπολογισμού για την ασφάλεια των Αγώνων και η παρουσία ισχυρής στρατιωτικής δύναμης στην Αθήνα δείχνουν ότι το κόστος για την ειρήνη πολλαπλασιάζεται σε αναλογία με τα πολιτικά διακυβεύματα των Ολυμπιακών Αγώνων.

    Archive