ΤΟ ΒΗΜΑ – The Project Syndicate
Αυτόν τον μήνα η Ευρωπαϊκή Ενωση θα γιορτάσει την εξηκοστή επέτειο από τη συνθήκη της ίδρυσής της, τη Συνθήκη της Ρώμης. Μετά από αιώνες πολέμου, αναταραχής και μαζικών σκοτωμών, η Ευρώπη είναι ειρηνική και δημοκρατική. Η ΕΕ έχει φέρει 11 χώρες του πρώην Σοβιετικού μπλοκ στο πλαίσιό της και τα κράτη-μέλη της παρουσιάζουν τις χαμηλότερες εισοδηματικές διαφορές στον κόσμο, σε μια εποχή ανισότητας.
Αλλά αυτά είναι παλιά κατορθώματα. Σήμερα, η Ενωση βυθίζεται σε μια βαθιά υπαρξιακή κρίση. Τα συμπτώματα είναι παντού: Brexit, εξοντωτικά επίπεδα ανεργίας των νέων σε Ελλάδα και Ισπανία, χρέος και στασιμότητα στην Ιταλία, άνοδος λαϊκιστικών κινημάτων και αντίδραση ενάντια στους πρόσφυγες και στο ευρώ.
Ετσι εμφανίστηκε μια νέα «λευκή Βίβλος» για το μέλλον της Ευρώπης από τον πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ. Ο Γιούνκερ καθόρισε πέντε πιθανά μονοπάτια: συνεχίζουμε ως έχουμε, επικεντρωνόμαστε μόνο στην ενιαία αγορά, επιτρέπουμε σε μερικές χώρες να προχωρήσουν πιο γρήγορα από τις άλλες προς την ολοκλήρωση (η λεγόμενη «Ευρώπη των πολλών ταχυτήτων»), «κάνουμε λιγότερα αλλά πιο αποτελεσματικά», ή προχωράμε με φιλοδοξία προς μία ομοιόμορφη και πιο ολοκληρωμένη ενοποίηση, δηλαδή προς τον φεντεραλισμό.
Αλλά, η βίβλος του είναι απογοητευτική. Παρακάμπτει τη βασική πρόκληση, την οποία πρέπει να αντιμετωπίσει και να προσπεράσει η ΕΕ. Εάν οι ευρωπαϊκές δημοκρατίες πρόκειται να ανακτήσουν την υγεία τους, η οικονομική και πολιτική ολοκλήρωση δεν μπορούν να παραμείνουν εκτός συγχρονισμού. Είτε η πολιτική ενοποίηση θα φθάσει το επίπεδο της οικονομικής, είτε η οικονομική χρειάζεται να περιορισθεί. Οσο καιρό αποφεύγεται αυτή η απόφαση, η ΕΕ θα παραμένει δυσλειτουργική. Οταν έρθουν αντιμέτωπα με αυτήν τη σκληρή επιλογή, τα κράτη-μέλη είναι πιθανό να καταλήξουν σε διαφορετικές θέσεις σχετικά με τη συνέχιση της οικονομικο-πολιτικής ολοκλήρωσης.
Από το ξεκίνημα, η Ευρώπη χτίστηκε πάνω στο επιχείρημα πως η πολιτική ολοκλήρωση θα ακολουθούσε την οικονομική. Η «λευκή Βίβλος» του Γιούνκερ ανοίγει καταλλήλως με μία φράση του 1950 από τον ιδρυτή της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (και γάλλο πρωθυπουργό) Ρομπέρ Σουμάν: «Η Ευρώπη δεν θα φτιαχτεί ολόκληρη αμέσως, ή σύμφωνα με ένα μοναδικό σχέδιο. Θα οικοδομηθεί μέσα από επιτεύγματα που πρώτα θα δημιουργήσουν μια de facto αλληλεγγύη».
Αυτή η προσέγγιση λειτούργησε καλά στην αρχή. Επέτρεψε στην οικονομική ένωση να παραμείνει ένα βήμα μπροστά από την πολιτική –αλλά όχι και τόσο μπροστά. Τότε, μετά τη δεκαετία του 1980, η ΕΕ έκανε ένα άλμα στο άγνωστο. Υιοθέτησε μια φιλόδοξη ατζέντα για κοινή αγορά η οποία στόχευσε να ενώσει τις οικονομίες της Ευρώπης, ελαττώνοντας τις εθνικές πολιτικές που εμπόδιζαν την ελεύθερη διακίνηση. Το ευρώ, ένα μοναδικό κοινό νόμισμα, ήταν η λογική επέκταση αυτής της ατζέντας. Αυτό ήταν υπερ-παγκοσμιοποίηση σε μια ευρωπαϊκή κλίμακα.
Πολλοί οικονομολόγοι και τεχνοκράτες σκέφτηκαν ότι οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις είχαν γίνει υπερβολικοί οπαδοί του παρεμβατισμού και ότι η βαθιά οικονομική ολοκλήρωση και το ενιαίο νόμισμα θα αυτοπειθαρχούσαν την κατάσταση. Αλλά πολλοί πολιτικοί αναγνώρισαν ότι η ανισορροπία ήταν ενδεχομένως προβληματική. Οι ηγετικές ευρωπαϊκές δυνάμεις έπαιξαν τον ρόλο τους. Οι γαλλικές πίστεψαν ότι μετακινώντας την οικονομική αρχή στους γραφειοκράτες των Βρυξελλών θα αυξανόταν η γαλλική εθνική δύναμη και το παγκόσμιο κύρος της χώρας. Οι Γερμανοί, πρόθυμοι να κερδίσουν τη γαλλική συμφωνία για τη γερμανική επανένωση, συνέχισαν μαζί τους.
Υπήρχε μία εναλλακτική. Η Ευρώπη θα μπορούσε να είχε επιτρέψει ένα κοινό κοινωνικό μοντέλο να αναπτυχθεί παράλληλα με την οικονομική ολοκλήρωση. Η διαφορετικότητα των κοινωνικών μοντέλων στην Ευρώπη, και η δυσκολία κατάληξης σε συμφωνία για κοινούς κανόνες, θα είχε δράσει σαν ένα φυσικό φρένο στον ρυθμό και στο μέγεθος της ολοκλήρωσης.
Το αποτέλεσμα μπορεί να ήταν μία μικρότερη ΕΕ, πιο βαθιά ενοποιημένη, ή μία ΕΕ με όσα μέλη έχει σήμερα, αλλά πολύ λιγότερο φιλόδοξη για το οικονομικό της μέγεθος. Σήμερα ίσως είναι πολύ αργά για να επιχειρήσει η ΕΕ δημοσιονομική και πολιτική ολοκλήρωση. Λιγότεροι από ένας στους πέντε Ευρωπαίους προτιμάει τη μετατόπιση εξουσίας από τα έθνη-κράτη-μέλη σε υπερεθνικό επίπεδο.
Οι αισιόδοξοι θα πουν ότι αυτό οφείλεται λιγότερο στην απέχθεια προς τις Βρυξέλλες ή στο Στρασβούργο, και περισσότερο στην έλλειψη ενός ελκυστικού εναλλακτικού μοντέλου, το οποίο πρέπει να βρεθεί. Οι απαισιόδοξοι, από την άλλη πλευρά, θα ελπίζουν ότι στα κέντρα της ισχύος στο Βερολίνο και στο Παρίσι, σε κάποια βαθιά, σκοτεινή γωνία, οικονομολόγοι και νομικοί προετοιμάζουν μυστικά ένα σχέδιο Β για την ημέρα κατά την οποία η χαλάρωση της οικονομικής ένωσης δεν θα μπορεί πλέον να αναβληθεί.
==========
Ο Ντάνι Ρόντρικ είναι καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής Οικονομίας στο John F. Kennedy School of Government στο Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ.

HeliosPlus